To ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Levey-Jennings

 

Το διάγραμμα Levey-Jennings πρωτοεμφανίστηκε την δεκαετία του 50 αν και σαν στατιστική μέθοδος είχε επινοηθεί από την δεκαετία του 20 (Shewart 1924). Την εποχή εκείνη η μέθοδος αυτή χρησιμοποιούταν αποκλειστικά στην βιομηχανία. Το 1951 οι χημικοί Levey και Jennings μετέφεραν την στατιστική μέθοδο του Shewart από την χημική βιομηχανία στην κλινική χημεία. Από τότε το διάγραμμα Levey-Jennings χρησιμοποιείται ως η μέθοδος αναφοράς για τον έλεγχο ποιότητας όλων των σύγχρονων αυτόματων αναλυτών.

To διάγραμμα Levey-Jennings βασίζεται στην ιδιότητα της κανονικής κατανομής να έχει όλες τις τιμές της (xi) σε γεωμετρικά ίση απόσταση γύρω από την μέση τιμή της (μ).    

               

 Η κανονική κατανομή μπορεί να περιγραφεί επαρκώς από δύο μεγέθη: την μέση τιμή μ και την τυπική απόκλιση σ. Η μέση τιμή μ και η τυπική απόκλιση σ μπορούν να προσδιοριστούν εύκολα από 20-30 επαναλαμβανόμενες μετρήσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο αναλυτής να βρίσκεται σε καλή λειτουργία, τα αντιδραστήρια να έχουν πρόσφατα ανασυσταθεί και οι εξετάσεις να έχουν πρόσφατα βαθμονομηθεί.

Η κατασκευή του διαγράμματος Levey-Jennings είναι πολύ απλή. Συγκεκριμένα αντιστρέφεται η κανονική κατανομή κατά 90° και χαράσσονται επτά παράλληλες γραμμές στα σημεία μ, μ±1σ, μ±2σ, μ±3σ.                               

Κατόπιν κατασκευάζεται ένα διάγραμμα όπου στον άξονα των χχ’ βρίσκονται οι ημερομηνίες εκτέλεσης της δοκιμασίας ενώ στον άξονα ψψ’ βρίσκονται οι τιμές των ορών ελέγχου. Πάνω στο διάγραμμα έχουν σχεδιαστεί επτά οριζόντιες γραμμές που αντιστοιχούν στις τιμές μ, μ±1σ, μ±2σ, μ±3σ. Σύμφωνα με την θεωρία της κανονικής κατανομής μέσα στο εύρος μ±1σ αναμένεται το 68,3% των μετρήσεων, στο μ±2σ το 95,4% και στο εύρος μ±3σ το 99,7%.

Στην εικόνα που ακολουθεί παριστάνεται η δημιουργία του διαγράμματος Levey-Jennings από μία  κανονική κατανομή.

 

                     

Στην καθημερινή εφαρμογή του διαγράμματος Levey-Jennings τοποθετείται πάνω στο διάγραμμα ένα σημείο που αντιστοιχεί στην συγκέντρωση του ορού ελέγχου. Ελέγχεται στην συνέχεια αν αυτό το σημείο είναι έξω από το ανώτερο όριο μ±3σ

                                           

αλλά και αν τα σημεία αυτά εμφανίζουν κάποια συστηματική τάση (π.χ. συνεχόμενη αύξηση ή μείωση)

                                                    

 ή μετατόπιση (π.χ. όλα τα σημεία βρίσκονται από την μία πλευρά της μέσης τιμής).